εφημεριδογράφος

ο
αυτός που γράφει εφημερίδα, αυτός που συντάσσει ή συνεργάζεται στην έκδοση εφημερίδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εφημερίς, -ίδος + -γραφος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1809 στον Αδαμ. Κοραή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • -γραφος — β συνθετικό μεγάλου αριθμού συνθέτων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής, το οποίο προήλθε είτε από το ουσ. γραφή* είτε απευθείας από το ρ. γράφω*. Από τα σύνθετα αυτά, 250 περίπου είναι της αρχαίας γλώσσας, από τα οποία κανένα δεν απαντά …   Dictionary of Greek

  • εφημεριδογραφία — η το έργο τού εφημεριδογράφου, η δημοσιογραφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < εφημεριδογράφος. Η λ. μαρτυρείται από το 1819 στον Αδαμάντιο Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • Χουρμούζης, Μιχαήλ — (Κωνσταντινούπολη 1805 – 1882). Ψευδώνυμο του θεατρικού συγγραφέα, δημοσιογράφου και βουλευτή Τριαντάφυλλου Χουρμούζιου. Ο X., που γεννήθηκε στο νησί Αντιγόνη στον Βόσπορο, λέγεται ότι ήταν κρητικής καταγωγής, πολλοί όμως το αμφισβητούν. Γεγονός… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.